Καλλιάνα
Τα Καλλιάνα είναι χωριό της επαρχίας Λευκωσίας στην Κύπρο και απέχει 61 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από την ομώνυμη πόλη, 51 χιλιόμετρα βόρεια της Λεμεσού, 105 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Λάρνακας και 89 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Πάφου.
Ένας οικισμός στα 590 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας στις βόρειες πλαγιές του Τροόδους, στην κοιλάδα του ποταμού Καρκώτη και σε τοπίο διαμελισμέvο από το ποτάμιο δίκτυο, τα Καλλιάνα με ψυχρό κλίμα το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι, υπάγονται στη γεωγραφική περιφέρεια της Σολέας. Στα νότια και δυτικά του οικισμού, το ανάγλυφο γίνεται τραχύ και βουνίσιο, με το υψόμετρο να αγγίζει τα 1.000 μέτρα. Στην περιοχή καλλιεργούνται οπωροφόρα (μηλιές, αχλαδιές, ροδακινιές και βερυκοκιές) και λίγες ελιές, ενώ μέρος του δάσους Τροόδους στα δυτικά του χωριού, εμπίπτει στα διοικητικά του όρια. Ένας αρκετά ανεπτυγμένος οικισμός που όμως διατηρεί τη λαϊκή κυπριακή αρχιτεκτονική και είναι γνωστός για τη ζιβανία που εξακολουθεί να παράγεται με τον παραδοσιακό τρόπο απόσταξης, τα Καλλιάνα διαθέτουν μίνι μάρκετ και σούπερ μάρκετ, εστιατόρια, ταβέρνες κομμωτήριο, συνεργεία αυτοκινήτων και πολλά άλλα.
Ο οικισμός υφίσταται από την εποχή της Φραγκοκρατίας, οπότε και αποτέλεσε φέουδο, ενώ κατά την Τουρκοκρατία ήταν ένα από τα 6 χωριά που απέδιδαν φόρο στον αρχιγραμματέα, τον λεγόμενο δευτερδάρη που ήταν ένας από τους 4 αγάδες της Λευκωσίας (τα άλλα ήταν η Ανώγυρα, η Γαλάτα, η Πέτρα και οι Περιστερώνες Αμμοχώστου και Μόρφου). Ο πρώτος οικισμός βρισκόταν στην περιοχή της Αγίας Μαρίνας, αλλά λόγω των συχνών επιδρομών από πειρατές και κλέφτες, κάποιοι κάτοικοι κατέφυγαν στα νότια, στο λεγόμενο αλλιώς και «πάνω χωριό». Όσον αφορά την πιο σύγχρονη ιστορία και μέχρι και την τουρκική εισβολή του 1974, το μεταλλείο της Σκουριώτισσας που βρίσκεται σε μικρή απόσταση στα βόρεια, συνέβαλε στην εύρεση εργασίας για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού όχι μόνο στο χωριό, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή.
Η ονομασία του χωριού, σύμφωνα με μια εκδοχή, προέρχεται από τα παλιά σπίτια του που έμοιαζαν με ξύλινες καλύβες (καλιάνα), ενώ μια άλλη εκδοχή αναφέρεται σε μια πολύ καλή γυναίκα που την έλεγαν Άννα, μετονομάζοντας τον οικισμό σε Καλλιάνα. Τέλος, μια τρίτη συσχετίζει το όνομα με την Καλλιάνη της Αρκαδίας, κάτι που αν ευσταθεί, μαρτυρά πως οι Σολιάτες είναι απόγονοι εποίκων από την Πελοπόννησο και πιο συγκεκριμένα, την Αρκαδία.
Η κύρια εκκλησία των αγίων Ιωακείμ και Άννας, στο κέντρο του χωριού είναι από τις πιο παλιές της Σολέας και χρονολογείται στο 12ο αιώνα. Το πετρόχτιστο βασιλικού ρυθμού μονόκλιτο κτίσμα, με ξύλινη στέγη και κεραμίδια, κοσμείται από μια σπάνια τοιχογραφία των Αγίων Σαράντα του 12ου αιώνα, αλλά και τη φορητή εικόνα της Παναγίας Καλιονίτισσας του 13ου αιώνα. Ένας άλλος ναός, αυτός της Παναγίας Ιαματικής, χτίστηκε το 1993 στα ερείπια παλιότερου ναού.
Ένα από τα στολίδια της κοινότητας είναι και το παλιό χάνι που χτίστηκε το 1900, αποτελώντας εξαιρετικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής και σήμερα έχει κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο και έχει αναπαλαιωθεί, λειτουργώντας ως πολιτιστικό κέντρο. Ο λεγόμενος Σταθμός των Καλλιάνων, το διώροφο κτίριο με τις καμάρες, βρίσκεται πάνω στον παλιό δρόμο Λευκωσίας-Τροόδους και ήταν τόπος ξεκούρασης για τους ταξιδιώτες κατά το παρελθόν. Αρχικά λειτουργούσε σαν χάνι κι αργότερα σαν καφενείο-εστιατόριο.
Δίπλα του, το γεφύρι του Αγίου Ηρακλειδίου, που ενώνει τις δυο όχθες του Καρκώτη και σύμφωνα με την παράδοση, εδώ οι Απόστολοι Βαρνάβας και Μάρκος βάφτισαν τον Άγιο Ηρακλείδιο.
Ένα ακόμα σπουδαίο αξιοθέατο για την περιοχή είναι ο νερόμυλος στην είσοδο του παλιού χωριού αλλά και ο μοναδικός σε όλη τη Σολέα χειροκίνητος ελιόμυλος.