Σανίδα Λεμεσού

Η Σανίδα Λεμεσού είναι χωριό της επαρχίας Λεμεσού στην Κύπρο που βρίσκεται περίπου 30 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της ομώνυμης πρωτεύουσας, κι απέχει 100 χιλιόμετρα από την Πάφο, 70 χιλιόμετρα από τη Λάρνακα, και 85 χιλιόμετρα από τη Λευκωσία.

Το  μικρό ημιορεινό χωριό της Σανίδας Λεμεσού χτισμένο πάνω στη νοτιοανατολική πλευρά του Τρόοδους και σε υψόμετρο 700 μέτρων, «βλέπει» μέχρι και τη θάλασσα, διασχίζεται από δύο παραποτάμους, εκτείνεται σ’ ένα κάμπο, και συνορεύει με τα χωρία Ασγάτα, Πύργο Λεμεσού, Κελλάκι και βόρεια, με τα χωριά Κλωνάρι και Βίκλα.  Οι περίπου 40 μόνιμοι κάτοικοι του χωριού καλλιεργούν εσπεριδοειδή, ελιές, αμυγδαλιές, χαρουπιές και πολλά φρούτα, αλλά η μεγαλύτερη έκταση του οικισμού (από την οποία περνά και μέρος του κρατικού δάσους Λεμεσού) παραμένει ακαλλιέργητη και είναι γεμάτη από τρεμιθιές, και μανιτάρια. Η σημερινή τοποθεσία του χωριού όμως είναι μεταγενέστερη, αφού οι πρώτοι κάτοικοι μετακινήθηκαν εκεί εξαιτίας μεγάλης επιδημίας.

Επί Φραγκοκρατίας η Σανίδα Λεμεσού είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία Ιταλών Ιπποτών, με έδρα το Κολόσσι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί και σ’ άλλες κοντινές περιοχές, προκειμένου να ελέγχουν την παραγωγή της κουμανταρίας, θέτοντας τον οικισμό κι ως ένα από τα στρατιωτικά τους παρατηρητήρια.

Η ονομασία, Σανίδα Λεμεσού, δεν είναι γνωστό γιατί δόθηκε στο χωριό, αν και αρκετοί υποστηρίζουν ότι είναι παράφραση του «Σαν είδα» των Ιταλών στρατιωτών στο διοικητή τους. Πάντως, η λαϊκή παράδοση θέλει τους κατοίκους του οικισμού να κατασκευάζουν σανίδες για το ζύμωμα και τη μεταφορά των ψωμιών, καθώς επίσης αρκετοί απ’ αυτούς ασχολούνταν με την υλοτομία, οπότε και τροφοδοτούσαν άλλες κοινότητες με τα προϊόντα τους.

Σήμερα ο οικισμός της Σανίδας Λεμεσού διατηρεί σε μεγάλο βαθμό στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής με πέτρα. Ο επισκέπτης μπορεί να δει και να κάνει πολλά στο χωριό, με αφετηρία την κεντρική εκκλησία του οικισμού, κτίσμα του 1840, που είναι αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και λειτουργεί μόνο σε μεγάλες γιορτές-φεστιβάλ. Επίσης μπορεί να ξαποστάσει στη σκια του πανύψηλου ευκαλύπτου που φυτεύτηκε το 1942, ο οποίος και βρίσκεται στην κεντρική πλατεία (απέναντι από τον κυνηγετικό σύλλογο) και γιατί όχι, να συνομιλήσει με τους φιλόξενους ντόπιους.