Ακρωτήρι
Το Ακρωτήρι Λεμεσού είναι χωριό στο νοτιότερο άκρο της Κύπρου και απέχει 17 χιλιόμετρα νότια της Λεμεσού, 85 χιλιόμετρα δυτικά της Λάρνακας, 101 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Λευκωσίας και 69 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Πάφου.
Χτισμένο δίπλα στην Αλυκή Ακρωτηρίου που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους υδροβιότοπους στην Ανατολική Μεσόγειο, το Ακρωτήρι Λεμεσού είναι μια περιοχή ιδιαίτερης ομορφιάς, με αντιθετικά στοιχεία να συνθέτουν το χαρακτήρα του. Ανάμεσα στην ειδυλλιακή παραλία Κουρίου στα δυτικά του και το μοναδικό γαλάζιο της παραλίας στα ανατολικά, το Ακρωτήρι με τα μαγευτικά χρώματα της άγριας βλάστησης ή της καλλιέργειας εσπεριδοειδών, σιτηρών, βίκου και ελιάς, ή με τα χιλιάδες μεταναστευτικά πουλιά που ομορφαίνουν το τοπίο του από τη γειτονική λίμνη, είναι μια πληθωρική τοποθεσία με εικόνες φυσικού πλουραλισμού που συνθέτουν το σκηνικό της περιοχής.
Το χωριό είναι ιδανικός προορισμός ολόχρονα, αφού το καλοκαίρι γίνεται πόλος έλξης εκείνων που θέλουν να απολαύσουν τις βουτιές τους στις πανέμορφες παραλίες του, ενώ το χειμώνα δεν είναι λίγοι οι φωτογράφοι ή επιστήμονες που φτάνουν εδώ για να δουν τα φλαμίνγκο, τους ερωδιούς, τους κορμοράνους και τα άλλα πουλιά από τα ειδικά παρατηρητήρια πτηνών ή να μάθουν περισσότερα από το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Ακρωτηρίου. Κοντά στον υγρότοπο υπάρχει και ένας κοινοτικός γεωργικός χώρος, γνωστός ως «μερράς», στον οποίο διαβιούν αγελάδες και βόδια, ενώ στα παράλια υπάρχει και αλιευτικό καταφύγιο.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του Ακρωτηρίου Λεμεσού είναι ότι μεγάλο μέρος του ανήκει στις στρατιωτικές βάσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, αποτελώντας ουσιαστικά βρετανικό έδαφος, επικυρωμένο με την ανεξαρτητοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Το 2003 στην περιοχή, ανεγέρθηκαν δύο γιγάντιες κεραίες, ως τμήμα του δικτύου κατασκοπείας για τη Μέση Ανατολή. Σήμερα, πολλοί ντόπιοι κάτοικοι εργάζονται στις βρετανικές βάσεις, στις οποίες διαμένουν διοικητικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί με τις οικογένειές τους.
Ιστορικά το Ακρωτήρι Λεμεσού κατοικούνταν από την αρχαιότητα, κάτι που φαίνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα της σκαπάνης το 1989. Στην τοποθεσία Αετόκρεμμος, βρίσκεται η πρώτη τοποθεσία στην Κύπρο που κατοικήθηκε από ανθρώπους της προνεολιθικής εποχής, οι οποίοι ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες και τρέφονταν με νάνους ιπποπόταμους ύψους 75 εκατοστών, νάνους ελέφαντες και άλλα ζώα. Εκτός από τα οστά βρέθηκαν και εργαλεία και κοσμήματα της ίδιας περιόδου. Η περιοχή, συνέχισε να κατοικείται και αργότερα, στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή, κάτι που επιβεβαιώνεται από τους 1.500 λαξευτούς τάφους και ένα σημαντικό λατρευτικό οικοδόμημα της πρωτοβυζαντινής περιόδου.
Ο επισκέπτης του Ακρωτηρίου Λεμεσού μπορεί να φάει σε πολλά εστιατόρια, πιτσαρίες, σνακ μπαρ που υπάρχουν στην περιοχή ή να πιει τον καφέ του σε μια από τις πολλές καφετέριες.
Τα θρησκευτικού ενδιαφέροντος αξιοθέατα δε λείπουν από την κοινότητα, με πιο σημαντικό ίσως τον Άγιο Νικόλαο των Γάτων, ένα γυναικείο μοναστήρι του 4ου αιώνα που η παράδοση το συνδέει με την Αγία Ελένη και τις γάτες που έφερε στην Κύπρο για να εξολοθρεύσουν τα εκατομμύρια φίδια που υπήρχαν στην περιοχή. Το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου του 17ου αιώνα βρίσκεται 1 χιλιόμετρο νοτιοδυτικά του χωριού και συνιστά μια μονόκλιτη βασιλική, χτισμένη με πέτρα. Η πετρόχτιστη εκκλησία του Τιμίου Σταυρού του 1920 βρίσκεται στον πυρήνα του χωριού και ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής με τρούλο. Τα απομεινάρια από το επίσης πετρόχτιστο ξωκλήσι του Αγίου Δημητριανού και η Παναγία η Γαλακτοτροφούσα αποτελούν κτίσματα του 12ου αιώνα.
Στο Ακρωτήρι Λεμεσού υπάρχουν πολλά εργαστήρια καλαθοπλεκτικής, καθώς πολλοί κάτοικοι του χωριού είχαν τη συγκεκριμένη τέχνη ως κύριο επάγγελμα. Σήμερα, το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Ακρωτηρίου συμβάλλει στη διατήρησή της, διοργανώνοντας ειδικά μαθήματα και επισκέψεις στους καλαθοπλέκτες.