Βάβλα
Η Βάβλα είναι ένα από τα χωριά της ορεινής Λάρνακας στην Κύπρο, σε απόσταση 44 περίπου χιλιομέτρων δυτικά της Λάρνακας, 49 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά της Λευκωσίας και 47 χιλιομέτρων βορειοδυτικά της Λεμεσού.
Ένας μικρός και ήσυχος οικισμός στα 460 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, χτισμένος στην απότομη πλαγιά του βουνού με πέτρινα σπίτια και λιθόστρωτα ανηφορικά σοκάκια, προσφέρει απέραντη θέα προς τις περιοχές της Λεμεσού, της Λάρνακας και τα βουνά του Τροόδους. Λόγω του σημείου που βρίσκεται, μεταξύ του γεωλογικού σχηματισμού των Λευκάρων που είναι ασβεστολιθικό πέτρωμα και των διαβασικών πετρωμάτων του Τροόδους που είναι πυριγενή πετρώματα, η Βάβλα απολαμβάνει το προνόμιο να έχει πλούσια βλάστηση, με 3 σπάνια είδη και 18 ενδημικά είδη φυτών. Στην ευρύτερη περιοχή, υπάρχει η δυνατότητα καλλιέργειας ελιών, χαρουπιών, αμπελιών και σιτηρών.
Οι εκδοχές για το όνομα του χωριού -που υφίσταται οικιστικά από το 1.450 μ.Χ.- είναι δύο: η πρώτη, βάσει του ιστορικού Νέαρχου κληρίδη, αναφέρει ότι «Βάβλα, λεγόταν ένα είδος ακακίας που φύτρωνε στις όχθες του Νείλου, από το ξύλο της οποίας κατασκεύαζαν οι Αιγύπτιοι τα καράβια τους. Από την ακακία αυτή μάζευαν μια πίσσα (γόμα), το γνωστό αραβικό κόμμι». Όσοι λοιπόν Κύπριοι μετανάστευσαν στην κοντινή Αίγυπτο, με την επιστροφή τους υιοθέτησαν για το χωριό το όνομα Βάβλα. Η δεύτερη εκδοχή αναφέρεται στον Βαβυλά, το φεουδάρχη του ευρύτερης περιοχής (Πάνω Λεύκαρα,Κάτω Λεύκαρα, Κάτω Δρυς, κ.ά.) στα χρόνια του Μεσαίωνα. Ο Βαβυλάς μετατράπηκε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, στο θηλυκού γένους Βάβλα, δηλαδή η περιουσία του Βαβυλά.
Στον οικισμό και λίγο έξω από αυτόν, υπάρχουν πολλά αξιοθέατα για τον επισκέπτη με σημαντικότερα το Περιφερειακό Μουσείο Αγώνος Βάβλας , τρεις εκκλησίες (του Αγίου Γεωργίου που είναι η κεντρική, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην είσοδο του χωριού, το ξωκλήσι της Παναγίας της Αγάπης) και τη Μονή Αγίου Μηνά, ένα από τα μεγαλύτερα μοναστήρια της Κύπρου.
Σήμερα, στη Βάβλα υπάρχουν 50 περίπου μόνιμοι κάτοικοι οι οποίοι ως επί το πλείστον ασχολούνται με τη μελισσοκομία. Κύρια συστατικά του μελιού είναι το θυμάρι και το αγριολούλουδο που αφθονούν στην περιοχή, ενώ υπάρχει και βιοτεχνία παραγωγής μαρμελάδων με πάνω από 50 διαφορετικές γεύσεις. Επίσης, στην περιοχή υπάρχουν αγροτουριστικά καταλύματα.