Δεκέλεια

Η Δεκέλεια στην Κύπρο υπάγεται στην επαρχία Λάρνακας και βρίσκεται 19 περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Λάρνακας, 62 περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Λευκωσίας και 85 περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Λεμεσού.

Ανάμεσα στην πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας και της κατεχόμενης Αμμοχώστου και στο δρόμο που οδηγεί στην Αγία Νάπα και τις πολλές παραλίες της, η Δεκέλεια είναι γνωστή για την βρετανική στρατιωτική βάση της περιοχής, μία από τις δύο βάσεις που υπάρχουν στη Μεγαλόνησο (η άλλη βρίσκεται στο Ακρωτήρι της επαρχίας Λεμεσού). Ουσιαστικά, ο οικισμός εξακολουθεί να αποτελεί βρετανικό έδαφος με δικά του πολιτικά δικαστήρια και αστυνομία από την εποχή της Αγγλοκρατίας στο νησί, αφού και μετά την ανεξαρτησία της κυπριακής δημοκρατίας το 1960, η περιοχή δεν συμπεριλήφθηκε στο νεοσύστατο τότε κυπριακό κράτος.

Οι βάσεις κρατήθηκαν από τους Βρετανούς λόγω της στρατηγικής θέσης της Κύπρου στη Μεσόγειο και διοικούμενες ως Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων, αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου δικτύου στρατιωτικών εγκαταστάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και σε άλλα νησιά της Μεσογείου, του Ατλαντικού και τον Ινδικού Ωκεανού.

Στην τουρκική εισβολή  του 1974 που πολλοί Ελληνοκύπριοι  έφευγαν από τις κατεχόμενες σήμερα περιοχές, οι βάσεις στη Δεκέλεια υποδέχονταν τους εκτοπισμένους, παράσχοντας ανθρωπιστική βοήθεια, αλλά δίχως ταυτόχρονα να πάρουν μέρος στις πολεμικές συμπλοκές, αθετώντας μέρη της Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου για παροχή βοήθειας στο κυπριακό κράτος που δεχόταν επίθεση. Απλά η πολεμική επέλαση της Τουρκίας σταμάτησε στα όρια των περιοχών των βάσεων, γιατί σε αντίθετη περίπτωση, θα σήμαινε απευθείας επίθεση σε βρετανικό έδαφος και αντίστοιχα πολεμική σύρραξη με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι στρατιωτικές βάσεις της Δεκέλειας έχουν δικό τους νομικό σύστημα και για την τήρηση του νόμου υπεύθυνη είναι η δική τους αστυνομία, ενώ ο στρατιωτικός νόμος τηρείται από την Ενωμένη Αστυνομική Μονάδα Κύπρου (Cyprus Joint Police Unit). Το δικαστήριο ασχολείται με εξωστρατιωτικά παραπτώματα οποιοδήποτε ατόμου μέσα στις βάσεις και οι φυλακές της περιοχής είναι για όσους υπέπεσαν σε αδίκημα εντός των ορίων των βάσεων, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή υποηκοότητας. Στην περιοχή υπάρχει επίσης στρατιωτικό και πολιτικό κοιμητήριο για τους Βρετανούς υπηκόους. Οι Βρετανοί μπορούν να ψηφίζουν στις εκλογές του Ηνωμένου Βασιλείου, υπό ειδικό καθεστώς που ισχύει για τις βρετανικές δυνάμεις που βρίσκονται εκτός της χώρας.

Στη Δεκέλεια, που καταλαμβάνει 131 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης, δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο στρατιωτικές βάσεις, αλλά και αγροτική και οικιστική γη. Το 60% αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία σε Βρετανούς και Κύπριους πολίτες και το 40% ανήκει στο βρετανικό Υπουργείο Άμυνας. Εκεί εργάζονται και ζουν περίπου 3.000 Βρετανοί στρατιώτες και διοικητικοί υπάλληλοι με τις οικογένειές τους, βρετανοί πολίτες και 7.000 περίπου Κύπριοι, οι οποίοι είτε εργάζονται στις βάσεις, είτε σε αγροτικές εργασίες μέσα στα όριά τους.

Παρόλο που δεν είναι μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι στρατιωτικές βάσεις της Δεκέλειας είναι οι μοναδικές περιοχές βρετανικής κυριαρχίας οι οποίες χρησιμοποιούν το ευρώ και, μάλιστα, το υιοθέτησαν στις 1 Ιανουαρίου 2008, όταν μπήκε στην ΟΝΕ η Κύπρος.

Μέσα στις βάσεις της Δεκέλειας κυκλοφορεί μηνιαίο περιοδικό, ενώ λειτουργούν και δύο ραδιοφωνικοί σταθμοί, που εκπέμπουν παγκύπρια, καθώς και τηλεοπτικός σταθμός, το σήμα του οποίου καλύπτει γεωγραφικά μόνο τις βάσεις.

Ο ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός της περιοχής βρίσκεται εν μέρει σε έδαφος των βάσεων, αλλά ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις βάσεις υπάρχει επίσης Πυροσβεστική Διεύθυνση με παράρτημα στη γειτονική στρατιωτική Βάση του Αγίου Νικολάου, όπου υπάρχει και ραντάρ κατασκοπίας.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην περιοχή λειτουργεί βιολογικός σταθμός επεξεργασίας των λυμάτων που παράγονται στις βάσεις, με το νερό να χρησιμοποιείται για την άρδευση του πρασίνου της περιοχής.
Η Δεκέλεια, συνορεύει με τη ζώνη κατάπαυσης του πυρός που ελέγχεται από τον ΟΗΕ, καθώς και με κατεχόμενες από τους Τούρκους περιοχές στα βόρεια. Οι επισκέπτες που περνούν από την περιοχή, καλό είναι να ακολουθούν τους κανονισμούς, να μην υπερβαίνουν τα όρια ταχύτητας και να μην φωτογραφίζουν εκεί όπου υπάρχει σήμανση απαγόρευσης λήψης φωτογραφιών.