Ξυλοφάγου
Η Ξυλοφάγου είναι το μεγαλύτερο χωριό της επαρχίας Λάρνακας στην Κύπρο και απέχει 32 χιλιόμετρα ανατολικά από τη Λάρνακα, 85 ανατολικά από τη Λευκωσία και 97 από τη Λεμεσό.
Όντας ένα από τα κοκκινοχώρια της νοτιοανατολικής Μεσαορίας, τα χωριά δηλαδή με το χαρακτηριστικό κοκκινόχωμα που έχει δώσει το όνομά του σε αυτές τις περιοχές, η Ξυλοφάγου φημίζεται για τις πατατοφυτείες της και βρίσκεται πολύ κοντά στην Αγία Νάπα (20 χιλιόμετρα)και σε μερικές από τις πιο όμορφες παραλίες της Μεγαλονήσου.
Η προέλευση του ονόματος του οικισμού οφείλεται στον πρώτο οικιστή που ονομαζόταν Ξηροφάγος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι οι πρώτοι κάτοικοι επειδή δεν άφησαν κανένα Τούρκο ή πειρατή να πατήσει το πόδι του στην περιοχή τους, το χωριό ονομάστηκε Ξενοφάγου και έπειτα Ξυλοφάγου. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, το όνομα έχει να κάνει με την άγρια θάλασσα της περιοχής, γνωστή για τα ναυάγια που προκαλούσε και έγινε γνωστή ως ο τόπος που έτρωγε τα ξύλινα καράβια (Ξυλοφάγος). Τέλος, μια άλλη ερμηνεία κάνει λόγο για ένα έντομο που κατέτρωγε τα δέντρα της περιοχής και οι κάτοικοι το ονόμασαν ξυλοφάον. Έτσι, το χωριό πήρε το όνομα Ξυλοφάγου.
Ένα από τα αξιοθέατα του χωριού είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο κέντρο του και χρονολογείται στις αρχές του 16ου αιώνα. Πρόκειται για μονόκλιτη καμαροσκέπαστη εκκλησία με τοιχογραφίες από την εποχή της ίδρυσής της. Στα ψηλότερα σημεία του ο ναός είναι μαυρισμένος από φωτιά που προκλήθηκε από τους Τούρκους. Στις εσωτερικές πάνω γωνίες της βόρειας και νότιας εισόδου υπήρχαν σκαλιστές πέτρες, αλλά λείπει η μια από την κάθε είσοδο. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν οι Τούρκοι «πατούσαν» μια εκκλησία, έσπαγαν ένα κομμάτι της εισόδου, σημάδι ότι η εκκλησία είναι «πατημένη».
Το ξωκλήσι της Παναγίας του συρμάτου βρίσκεται ένα χιλιόμετρο νοτιοδυτικά του χωριού. Το όνομα προήλθε από την περιοχή που λέγεται «σύρμα», χώρος απ’όπου περνούν ορμητικά νερά της βροχής. Στο χώρο αυτό υπήρχε ένα παλιό μοναστήρι του 13ου αιώνα που καταστράφηκε από τις επιδρομές των Μαμελούκων Τούρκων το 1426. Ένας μοναχός για να γλιτώσει, πήρε το Ευαγγέλιο και την εικόνα της Παναγίας και κρύφτηκε απέναντι σε μια σπηλιά που λέγεται σπηλιά της Παναγίας.
Ο Πύργος Ξυλοφάγου βρίσκεται τρία περίπου χιλιόμετρα νότια της κοινότητας κοντά στον Κόκκινο Γκρεμό, στο πιο ψηλό σημείο του ακρωτηρίου Πύλας.
Στην ακτογραμμή της Ξυλοφάγου που είναι βραχώδης και άγρια, έχει μήκος δέκα χιλιόμετρα και βρίσκεται εντός των Βρετανικών βάσεων (οπότε δεν έχει τουριστική ανάπτυξη), υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός σπηλιών. Η ακτογραμμή της είναι ένας ιδανικός προορισμός κυρίως για παράκτια θαλάσσια εξερεύνηση, ενώ στην περιοχή υπάρχει και η μικρή παραλία Μαντράτζι και ένα αλιευτικό καταφύγιο.
Πολλές από τις σπηλιές έχουν είσοδο στον γκρεμό κάπως μακριά από την θάλασσα. Οι σπηλιές είναι προσβάσιμες μόνο με θαλάσσια ποδήλατα, ενώ υπάρχουν και κάποιες με είσοδο κάτω από την επιφάνεια του νερού. Στην ακρογιαλιά, νοτιανατολικά του οικισμού υπάρχει το στόμιο σπηλιάς γνωστής σαν «Σπήλιος των Αγίων Σαράντα», σε ένα σημείο όπου ο γκρεμός είναι κοφτερός, απότομος και βυθίζεται στη θάλασσα. Εκεί έχουν βρεθεί απολιθώματα ιπποπόταμων. Σε εξίσου απόκρημνη ακρογιαλιά και ένα περίπου χιλιόμετρο από τον σπήλιο των Αγίων Σαράντα, βρίσκεται μια άλλη σπηλιά, ο Σπήλιος της Εγγλεζούς που πήρε το όνομά του από Αγγλίδα παλαιοντολόγο που επισκέφθηκε τη σπηλιά και βρήκε απολιθωμένα οστά ιπποποτάμων.
Σήμερα, οι 6.000 περίπου κάτοικοι στην Ξυλοφάγου ασχολούνται με τον τουρισμό, τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι πατάτες, λόγω κλίματος και του εύφορου κόκκινου χώματος της περιοχής, θεωρούνται οι πιο εύγευστες της Μεσογείου. Στα παλιότερα χρόνια, λόγω και της μεγάλης παραγωγής της στο χωριό, ήταν το κύριο και πολλές φορές το μοναδικό υλικό διατροφής των ντόπιων. Μάλιστα, όταν οι άντρες δούλευαν στα χωράφια, έσκαβαν στη γη και τις έψηναν οφτές στο χώμα. Εκτός της πατάτας, η Ξυλοφάγου φημίζεται για τα κρεμμύδια της, τα καρότα για το παστό χοιρινό κρέας που αλατίζεται, παστώνεται στον ήλιο και διατηρείται σε χοιρινό λίπος. Η σφαγή του χοίρου γινόταν στα μέσα του φθινοπώρου και αποτελούσε ιεροτελεστία, καθώς με αυτό το κρέας τρεφόταν η οικογένεια για ολόκληρο τον χρόνο.