Αθηένου

Η Αθηένου είναι ένας από τους αρχαιότερους δήμους της Κύπρου, υπάγεται στην επαρχία Λάρνακας και απέχει 37 περίπου χιλιόμετρα βόρεια της Λάρνακας, 55 χιλιόμετρα ανατολικά της Λευκωσίας και 86 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Λεμεσού.

Ο μεγαλύτερος σε έκταση δήμος της Μεγαλονήσου, η Αθηένου βρίσκεται στην πεδιάδα της Μεσαορίας, και είναι ένα από τα τέσσερα χωριά μαζί  με την Πύλα, τους Τρούλλους και τη Δένεια που βρίσκονται πάνω στην αποστρατικοποιημένη ζώνη (πράσινη γραμμή) μεταξύ των κατεχόμενων και των ελεύθερων περιοχών της Κύπρου που ελέγχονται από τα Ηνωμένα Έθνη.

Η ιστορία της Αθηένου ξεκινά από τη Νεολιθική Περίοδο (8500-3900 π.Χ.), ενώ ανασκαφές στην περιοχή έφεραν στο φως τον οικισμό «Γόλγοι». Σύμφωνα με πηγές, ο οικισμός ιδρύθηκε από κατοίκους της Σικυωνίας (αρχαίας πελοποννησιακής πόλης) με αρχηγό τους τον Γόλγο ήρωα του  Τρωικού  πολέμου το 1.500πΧ. ή άλλη πηγή κάνει λόγο για το Γόλγο, γιο της Αφροδίτης και του Άδωνη. Εικάζεται πως στους Γόλγους υπήρχε ναός  αφιερωμένος  στη  Γολγία  Αφροδίτη και το  ολόχρυσο άγαλμά  της  μπορούσε  να τυφλώσει  όποιον  τολμούσε  να  το  κοιτάξει. Ο Luigi Palma di Cesnola,  πρόξενος των Η.Π.Α στη Λάρνακα, το 1863 ανάσκαψε πολλούς από τους άθικτους τάφους του νεκροταφείου της αρχαίας πόλης και βρήκε πήλινα αγγεία, 32 πήλινα αγάλματα και ειδώλια, καθώς και ασβεστολιθικές και μαρμάρινες κεφαλές άλλων αγαλμάτων. Τα περισσότερα από τα ευρήματα βρίσκονται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Στην τοποθεσία Μαλλούρα, έξι περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Αθηένου,  έχει  βρεθεί  χώρος που  περιλαμβάνει ένα ιερό αρρένων θεών από την αρχαϊκή μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο,  ένας οικισμός που υπολογίζεται από τη ρωμαϊκή μέχρι την οθωμανική περίοδο και  δύο νεκροταφεία, το ένα της αχαϊκής μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο και το άλλο της ενετοκρατίας. Τα  διάφορα  ευρήματα ανήκουν  και στην  Υστερομηκυναϊκή  εποχή και χρονολογούνται  από  τον  7ο αιώνα π.Χ. έως και τον 9ο αιώνα μ.Χ.

Στη σύγχρονη ιστορία του τόπου σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η τουρκική εισβολή του 1974, καθιστώντας την Αθηένου ακριτική περιοχή, με το 65% των εδαφών της να βρίσκονται παράνομα υπό τουρκική κατοχή.

Για την ονομασία της περιοχής υπάρχουν 3 εκδοχές. Η πρώτη μιλάει για την λέξη «άττα» ή «άθθα» που σημαίνει μεγάλη πέτρα και δήλωνε το πετρώδες έδαφος της περιοχής, η δεύτερη εκδοχή υποστηρίζει ότι ονομάστηκε έτσι από κατοίκους της Αθήνας που μετοίκησαν εδώ σε ανάμνηση της πόλης τους, ενώ μια τρίτη εκδοχή αναφέρεται σε κάποιο Λουζινιανό που ονομαζόταν Ετιέν και είχε τσιφλίκι στην περιοχή. Από τη φράση των εργατών που πήγαιναν στα κτήματα του μεγαλοτσιφλικά «πάμε στου Ετιένου», η παραφθορά οδήγησε «στην Αθηένου».

Η  Αθηένου ή και Αθηαίνου, αποτέλεσε εκτός των άλλων και την κοιτίδα του αγροτικού κινήματος στην Κύπρο, αφού το 1936 αγρότες από την περιοχή ίδρυσαν  τη  Ρ.Ε.Α. ( Ρεσπερική  Ένωση Αθηαίνου) και το 1942 εκατοντάδες αγρότες μαζεύτηκαν εδώ για τη συνένωση των κατά τόπους οργανώσεων σε παγκύπρια οργάνωση, με αποτέλεσμα τη δημιουργία της Παναγροτικής  Ένωσης  Κύπρου.

Η θρησκευτική παράδοση του τόπου είναι πλούσια, κάτι που γίνεται εμφανές με τις τέσσερις εκκλησίες και τα ξωκλήσια του οικισμού. Η παλιά πετρόχτιστη εκκλησία της Παναγίας (μονόκλιτη βασιλική του 1711) κτίστηκε πάνω σε αρχαιότερη, αφού σώζονται η εικόνα του Αγίου Γεωργίου του 14ου αιώνα και η εικόνα του Προδρόμου του 16ου αιώνα. Μέσα στο ιερό υπάρχει υπόγεια σήραγγα, όπου σύμφωνα με την παράδοση οδηγούσε σε υπόγεια αυλή για να πηγαίνουν τα παιδιά στο κρυφό σχολειό. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου οικοδομήθηκε γύρω στο 1880 με αναγεννησιακής τέχνης εικόνες, όπως και ο ναός του Αγίου Φωκά, μοναδικός στην Κύπρο αφιερωμένος στον εν λόγω άγιο με εικόνα του 18ου αιώνα. Μάλιστα, ο Άγιος Φωκάς είναι  ο  πολιούχος της Αθηένου και κάθε χρόνο, στις 22 Σεπτεμβρίου γίνεται μεγάλο πανηγύρι όπου συρρέει πλήθος κόσμου. Η νέα εκκλησία της Παναγίας Χρυσελεούσας (βυζαντινού ρυθμού), όπως και η παλιότερη,  είναι αφιερωμένη στη Γέννηση της Θεοτόκου και άρχισε να κτίζεται το 1947, με μαρμάρινο ιταλικό εικονοστάσι και πολλές αγιογραφίες του ντόπιου μοναχού Καλλίνικου Σταυροβουνιώτη. Επίσης, υπάρχει ο πρόσφατος, του 1994 ναός του Αγίου Επιφανίου στην άκρη του χωριού και στη μέση περίπου της απόστασης από το κατεχόμενο ξωκλήσι του Αγίου, αλλά και το εκκλησάκι του Λαζάρου στο κοιμητήριο.

Από τα σημαντικά κτίρια και μνημεία της περιοχής συνιστούν και το Καλλινίκειο Δημοτικό Μουσείο Αθηένου με αρχαιολογική, εκκλησιαστική και λαογραφική συλλογή, η Δημοτική Αγορά Αθηένου, ο παραδοσιακός αλευρόμυλος που αποκαταστήθηκε στην μορφή που είχε το 1910 και το πατρικό του μοναχού Καλλίνικου Σταυροβουνιώτη. Μέρος της οικίας διαμορφώθηκε ως το εργαστήρι αγιογραφίας του πατέρα Καλλίνικου, ενώ στο ανώι διαμορφώθηκαν οι χώροι της παραδοσιακής κατοικίας. Στο χώρο του μπακάλικου πραγματοποιούνται εργαστήρια τέχνης. Το παραδοσιακό τυροκομείο αποκαταστάθηκε πλήρως για την αναπαράσταση του παραδοσιακού τρόπου παραγωγής του αθηενίτικου χαλλουμιού και της αναρής.

Η Αθηένου έχει περίπου 5.000 κατοίκους και ανεπτυγμένη βιομηχανική ζώνη. Φημίζεται κυρίως για τα παραδοσιακά προϊόντα αρτοποιίας, τραχανά, ψωμιού, λουκουμιών και τυροκομίας και αποτελεί τόπο εξαγωγής προϊόντων τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Από την περιοχή παράγεται το  13%  της  παγκύπριας  παραγωγής αρτοσκευασμάτων, με πασίγνωστο το αθηεναίτικο ψωμί.